ΑΡΘΡΑ
Μια πλούσια αρθογραφία, σχετικά με τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, τον εσωτερισμο, την επιστήμη και άλλα ένδιαφέροντα θέματα.
Τα είδη της μανίας κατά τον Πλάτωνα

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΑΝΙΑ (ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ)

Ο τρίτος τύπος της Πλατωνικής θείας μανίας, που ορίζεται από τον φιλόσοφο ως «κατοχή» (κατοκωχή) είναι η μανία από τις Μούσες και ο ίδιος έλεγε πως είναι εντελώς απαραίτητος για την παραγωγή της άριστης ποίησης.

Η σχέση των ποιητών κι των Μουσών ανάγεται στην Επική παράδοση, όταν μία Μούσα που πήρε την σωματική όραση του Δημόδοκου , και του έδωσε κάτι καλύτερο, το χάρισμα του τραγουδιού, επειδή τον αγαπούσε. ((Οδ. 8). Οι μελετητές συσχετίζουν το Μούσα με το Monς, θεωρώντας τες αρχικά ως ορεινές νύμφες και πάντοτε οι άνθρωποι πίστευαν πως η συνάντηση με μία νύμφη είναι επικίνδυνη. Ο Ησίοδος λέει πως μερικοί άνθρωποι είναι ποιητές χάρη στις Μούσες, όπως κάποιοι άλλοι είναι βασιλιάδες, χάρη στον Δία. «Γιατί από τις Μούσες και από τον μακροβόλο Απόλλωνα βγαίνουν στον κόσμο οι τραγουδιστάδες κι οι κιθαριστές, και από τον Δία οι βασιλιάδες, και αυτός που οι Μούσες αγάπησαν, μακάριος αυτός είναι και ρέει από το στόμα του τ' ολόγλυκο γλυκό τραγούδι». (Θεογ., 95). Φυσικά εδώ ο Ησίοδος δεν αναφέρεται στην κενή γλώσσα των φιλοφρονήσεων που δημιουργήθηκε αργότερα, αλλά στην γλώσσα που είχε θρησκευτική σημασία. Αυτή η δύναμη φαίνεται στην ποιητική γλώσσα, η οποία έχει ένα στοιχείο που δεν το έχουμε «εκλέξει», αλλά μας είναι «δοσμένο», και για την αρχαία ελληνική ευσέβεια, «δοσμένο» σημαίνει «θεϊκά δοσμένο».

Βλέπουμε ότι ο Όμηρος στην Ιλιάδα επικαλείται προσωπικά τις Μούσες για να τον βοηθήσουν, για το περιεχόμενο όχι για την μορφή του έργου του. Ο ποιητής επικαλείται πάντοτε τις Μούσες για αυτό που θα πει, πότε και πως θα το πει και τα θέματα για τα οποία ζητά βοήθεια, είναι πάντοτε πραγματικά. Αρκετές φορές ζητά πληροφορίες για σπουδαίες μάχες (Ιλ. 11, 218), άλλη φορά παρακαλεί να εμπνευστεί έναν στρατιωτικό κατάλογο «επειδή εσείς είστε θεές, παρατηρείτε τα πάντα, γνωρίζετε τα πάντα, εμείς αυτό που ακούμε είναι μονάχα η φήμη και όχι η γνώση (Ιλ. 2, 484). Ζητάει ο ποιητής εδώ την θέαση του παρελθόντος.

Όπως η αλήθεια για το μέλλον μπορούσε να γίνει προσιτή μόνο αν ο άνθρωπος μπορούσε να έρθει σε επαφή με μία γνώση ευρύτερη από την δική του, έτσι μπορούσε να γίνει και για την αλήθεια του παρελθόντος. Οι ποιητές, όπως οι μάντεις είχαν τα τεχνικά τους βοηθήματα και την εξάσκησή τους, όμως η όραση του παρελθόντος ή η ενόραση του μέλλοντος, παρέμεναν μυστηριώδης λειτουργίες που εξαρτιόταν τελεσίδικα από την θεία χάρη. Με αυτήν την χάρη ο μάντης και ο ποιητής, ερχόταν σε επαφή με μία απρόσιτη γνώση.

Το χάρισμα λοιπόν των Μουσών ή ένα από τα χαρίσματά τους είναι η δύναμη του αληθινού λόγου. Και αυτό είπαν οι Μούσες του Ησιόδου στον Ελικώνα, αν και ομολόγησαν πως μπορούσαν επίσης κάποτε να λένε ψέματα που παραποιούσαν την αλήθεια. «Ξέρουμε ψέματα πολλά να λέμε, όμοια μ' αλήθειες, μα ξέρουμε μαθές, αν θέλουμε αλήθειες να ιστορούμε (Θεογ. 25)».

Αυτό που ο Πίνδαρος ζητούσε από τις Μούσες ήταν η αλήθεια «Μάντευε Μούσα και εγώ θα γίνω εκφωνητής σου (προφατεύσω)» Βλέπουμε εδώ ότι τον ρόλο της Πυθίας δεν τον παίζει ο ποιητής, αλλά η Μούσα. Ο ποιητής δεν ζητά ο ίδιος «να δαιμονιστεί», αλλά μόνο να ενεργήσει σαν ερμηνευτής της εκστασιασμένης Μούσας. Η έννοια του «φρενιώδη» ποιητή που συνθέτει σε κατάσταση έκστασης, δεν παρουσιάζεται νωρίτερα από τον 5ο αιώνα. Μπορεί να είναι παλαιότερη, επειδή ο Πλάτωνας την αποκαλεί «παλαιό μύθο», παλιά ιστορία. Ο πρώτος που μίλησε για ποιητική έκσταση είναι ο Δημόκριτος που έλεγε ότι τα ωραιότερα ποιήματα είναι αυτά που συνέθεταν «μετ' ενθουσιασμού και ιερού πνεύματος» και δεν δεχόταν να γίνει κάποιος ποιητής, χωρίς ιερό πνεύμα. Έλεγε πως η ποίηση είναι αποκάλυψη πέρα από το λογικό και πάνω από το λογικό «Τα τραγούδια με έκαμαν και όχι εγώ αυτά » λέει ο Γκαίτε. «Δεν είμαι εγώ που σκέφτομαι, είναι οι ιδέες μου που σκέφτονται για μένα» αναφέρει ο Λαμαρτίνος.

Η Μούσα, μας λέει ο Πλάτωνας κάνει τους ποιητές «Θεόπνευστους». «Όλοι οι μεγάλοι επικοί ποιητές, στηριγμένοι, όχι πάνω σε τεχνική γνώση, μα επειδή υπάρχει μέσα τους και κυριαρχεί το θείο, δημιουργούν όλα τούτα τα όμορφα ποιήματα. Όπως εκείνοι που «Κορυβαντιούν», χορεύουν δίχως νάχουν επίγνωση, έτσι και οι μελωποιοί. Χωρίς να ξέρουν τι κάνουν, φτιάχνουν τις όμορφες μελωδίες τους. Όταν ωστόσο μπούν μέσα στην αρμονία και τον ρυθμό, τους πιάνει «βακχεία», και κάτω από μία δύναμη θεϊκή, όπως οι Βάκχες βγάζουν από τα ποτάμια μέλι και γάλα, ενώ σαν βρίσκονται σε κατάσταση νηφαλιότητας όχι, και των λυρικών ποιητών η ψυχή τα ίδια κάνει. Μας λένε δηλαδή πως από πηγές όπου τρέχει μέλι ή από κήπους και από πολύδενδρα φαράγγια των Μουσών κόβουν τις μελωδίες και μας τις φέρνουν. Και όπως οι μέλισσες πετάνε και τούτοι. Πράγμα που είναι δικαιολογημένο, αφού ο ποιητής δεν έχει βάρος, είναι φτερωτός και ιερός. Τα ποιήματα τα φτιάχνει όταν γίνει θεόπνευστος και χάσει το μυαλό του. Γιατί όταν εξακολουθεί να υπάρχει κατάσταση πνευματικής ισορροπίας, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φτιάξει στίχους και να κάνει χρησμούς.» (Ιωνας).